Ο Άσχημος (2008)


«Ο Άσχημος» (2008)
Συγγραφέας: Μάριους φον Μάγιενμπουργκ 

Εθνικό Θέατρο
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)
Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας - B' σκηνή

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Θανάσης Σαράντος
Σκηνικά – κοστούμια: Λίνα Μότσιου
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης, Έντι Λάμε
Μουσική – ήχος: Studio 19
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Μπέσσυ Μάλφα, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Σωκράτης Πατσίκας, Παναγιώτης Παναγόπουλος

Η μετάφραση του έργου επιχορηγήθηκε από το Goethe-Institut Athen.



           
Ο Λέττε είναι άσχημος... αλλά δεν το ξέρει. Όταν η εξωτερική του εμφάνιση γίνεται εμπόδιο στην επαγγελματική του καταξίωση, ο Λέττε άρχεται αντιμέτωπος με τη γνώμη των άλλων και καταφεύγει στην πλαστική χειρουργική προκειμένου να λύσει «το πρόβλημα». Η ζωή του αλλάζει ριζικά Αυτό που ήταν το απόλυτο μειονέκτημά του γίνεται το πιο ισχυρό όπλο του. Όλα μοιάζουν να πηγαίνουν ιδανικά ως τη στιγμή που το καινούργιο πρόσωπό του αρχίζει να «φοριέται» από ένα πλήθος ανθρώπων, καθώς ο χειρουργός κάνει την ίδια επέμβαση σε όσους του το ζητούν… 
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)
Ο Άσχημος, σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου – που παρουσιάστηκε από το Εθνικό το 2008 σε πανελλήνια πρώτη – γράφτηκε το 2006 και παίχτηκε για πρώτη φορά στο Βερολίνο στις 5 Ιανουαρίου 2007. Πρόκειται για απολαυστική μαύρη κωμωδία, μία ανελέητη σάτιρα των επιδερμικών αξιών της σύγχρονης κοινωνίας από έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας.
                Σε λιγότερο από μία ώρα, καθώς το έργο ξεδιπλώνεται με ρυθμό καταιγιστικό, οι τρεις από τους τέσσερις ηθοποιούς, αναλαμβάνουν πολλαπλούς ρόλους χωρίς καμία αλλαγή στα κοστούμια ή στο μακιγιάζ – ούτε καν στα ονόματά τους. Ο Μάριους φον Μάγιενμπουργκ παραδίδει ένα πρωτότυπο κείμενο, με απρόσμενη δραματουργική δομή, που αποκαλύπτει με χιούμορ τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας που βασίζεται στην εικόνα και προσφέρει ένα καυστικό σχόλιο για τα κενά, ανόητα πρότυπα της καθημερινότητάς μας και μια σαρκαστική προειδοποίηση για την παθογένεια της κλωνοποίησης.
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)






ΤΑ  ΝΕΑ – 30/4/2008

Ο «ΑΣΧΗΜΟΣ» ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ


Ο εφιάλτης της πλαστικής
της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου

«Με αφορμή έναν άσχημο άνδρα, που γίνεται όμορφος, με πλαστική, το έργο του Γερμανού συγγραφέα Μάριους φον Μάγιεμπουργκ παρακολουθεί κριτικά τις επιδερμικές αξίες της σύγχρονης κοινωνίας, που στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου αναπτύσσονται από τέσσερις ηθοποιούς (Μπέσυ Μάλφα, Γεράσιμο Σκιαδαρέση, Σωκράτη Πατσίκα και Παναγιώτη Παναγόπουλο).
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

Άσχημη εποχή ή άσχημοι άνθρωποι; Ευρύ το φάσμα των απαντήσεων, εκτός κι αν περιοριστούμε στην εξωτερική ασχήμια, οπότε ουδέν πρόβλημα, αφού υπάρχει η λύση του πλαστικού χειρουργού. Αλλά πάλι, νέα προβλήματα βγαίνουν στην επιφάνεια. Και εμπνέουν τον Γερμανό συγγραφέα Μάριους φον Μάγιεμπουργκ να σκαρώσει, πάνω σ’ αυτό το θέμα, μια μαύρη κωμωδία. «Ο άσχημος», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη μικρή αίθουσα της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου στο Γκάζι, αφηγείται την ιστορία ενός άσχημου άνδρα που καταφεύγει στην πλαστική χειρουργική για να διορθώσει το πρόβλημά του. Η λύση όμως μετασχηματίζεται μ’ έναν υπόγειο τρόπο σε εφιάλτη...».
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

Ελευθεροτυπία – 04/05/2008

«Παραστάσεις σε απρόβλεπτες σκηνές»
της Έφης Μαρίνου

«Η ζωή ενός «Άσχημου» στο Εθνικό Θέατρο καταστρέφεται όταν ένας πλαστικός χειρουργός τον μεταμορφώνει σε ωραίο...
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)
Ο Λέτε ήταν άσχημος, μα όσο το αγνοούσε περνούσε μια χαρά. Οταν όμως η εμφάνισή του εμποδίζει την ανέλιξή του στην εταιρεία όπου εργάζεται, καταφεύγει στην πλαστική χειρουργική και γίνεται όμορφος. Η ζωή είναι τώρα ωραία. Μέχρι που ξαφνικά βλέπει το ολοκαίνουριο πρόσωπό του να φοριέται από ένα πλήθος ανθρώπων. Ο γιατρός έχει κάνει την ίδια επέμβαση σε όσους του το ζήτησαν. Ο Λέτε αρχίζει τον αγώνα για την ταυτότητά του, που όμως, απ' ό, τι βλέπει, δεν τη δικαιούται και τόσο...


(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

            «Ο Άσχημος» του Γερμανού Μάριους φον Μάγιενμπουργκ παρουσιάζεται από το Εθνικό Θέατρο την Παρασκευή στη Β' Σκηνή του «Σύγχρονου Θεάτρου της Αθήνας», σε πανελλήνια πρώτη παράσταση σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα και σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία, μια σκληρή σάτιρα, που αποκαλύπτει τα αδιέξοδα της σύγχρονης κοινωνίας, της βασισμένης στην εικόνα.
         

(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)
   Ο Μάριους φον Μάγιενμπουργκ, όπως μας ενημερώνει το Εθνικό Θέατρο, θα βρίσκεται στην Αθήνα για να παρακολουθήσει την πρεμιέρα του «Άσχημου» και οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία μετά την παράσταση να συζητήσουν μαζί του για το έργο του αλλά και την πορεία της θεατρικής γραφής γενικότερα.».



Ελευθεροτυπία -  07/06/2008

ΚΤΕΟ ομορφιάς

*«Ο άσχημος» του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ στη Νέα Σκηνή του Εθνικού
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
Ο Λέτε (Γεράσιμος Σκιαδαρέσης) 
εφευρίσκει μια καινούρια πατέντα μπρίζας, όμως δεν μπορεί να την παρουσιάσει στο συνέδριο μηχανολόγων, γιατί -όπως πληροφορείται για πρώτη φορά στη ζωή του- είναι πολύ άσκημος, ανείπωτα άσκημος. Στη μαύρη πίκρα του καταφεύγει σε επέμβαση ανασκευής προσώπου και αίφνης γίνεται πανέμορφος. Ολα αλλάζουν. Φυσικά παρουσιάζει αυτός τη νέα του μπρίζα και όχι ο γαλίφης βοηθός του (Παναγιώτης Παναγόπουλος), οι μετοχές του στην πιάτσα ανεβαίνουν κατακόρυφα, οι γυναίκες κάνουν ουρά και οι γιοι τους το ίδιο.

 
Μέχρι εδώ όλα καλά. Μόνο που ο άπληστος χειρουργός (Σωκράτης Πάτσικας) ενθουσιασμένος με το πόνημά του, το κοπιάρει αφειδώς και σε άλλους και ο εφευρέτης μας αρχίζει να συναντά παντού τον εαυτό του, δηλαδή το πρόσωπό του, που όμως και αυτό δεν είναι ακριβώς δικό του, αφού το δικό του ήταν άσκημο, ανείπωτα άσκημο. Αλλά και η γυναίκα του (Μπέσσυ Μάλφα) βρίσκεται σε ερωτική σύγχυση, γιατί βλέπει παντού τον άντρα της. Ο θρίαμβος του Αδωνη είναι, φευ, βραχύβιος και ο Λέτε, στα όρια της σχιζοφρένειας από τις στρατιές κλώνων του, θέλει πίσω το παλιό, μοναδικό πρόσωπό του.
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)
Ενα διάλειμμα από τις βάρβαρες προβληματικές οικογένειες των προηγούμενων έργων του, ο «Ασχημος» (2007) του 37χρονου Γερμανού συγγραφέα, αποτελεί ένα καλοφτιαγμένο καυστικό καλαμπούρι πάνω στην εμμονή του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού με την αιώνια νεότητα, τις στρατηγικές της αγοράς που έχουν μετατρέψει σε εμπόρευμα και τον ίδιο τον άνθρωπο, στην ομογενοποίηση του ανθρώπινου είδους, που διαμέσου του νέου πλαστικού ανθρώπου παραβίασε το «μοιραίο» της γενετικά κληροδοτημένης εμφάνισης.

Αντί δραματικού βάθους, το έργο έχει εκπληκτικά θεατρο-τεχνικά ύψη. Οι σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα θέλουν τους τρεις πρωταγωνιστές να ενδύονται συνεχώς διαφορετικούς ρόλους. Αλλωστε, είναι εμφανές: η ταυτότητα δεν είναι παρά ένα κοινωνικό κατασκεύασμα. Μονάχα ο Ασχημος μένει ίδιος, αυτός που, υποτίθεται, άλλαξε εξωτερικά κατά 180ο. Μετά την εγχείρηση, που θυμίζει ομαδικό ξεφάντωμα (κραυγούλες, θόρυβοι ηλεκτρικού πριονιού, ηχηρά ράματα), οι «πλήρως ανακαινισμένος» Λέτε είναι ακριβώς όπως πριν. Ολοι οι ισχυρισμοί ασχήμιας και ομορφιάς, σε αυτό το έργο, προκύπτουν από την κουβέντα και τις συμπεριφορές. Και εδώ εισβάλλει στον λευκό, νοσοκομειακό χώρο (σκηνικά: Λίνα Μότσιου) η τετραμελής ομάδα, που με χαμόγελα ύαινας και έξοχο στεγνό χιούμορ, χωρίς ίχνος στόμφου κωμωδίας, παίζει τους εύθυμους πλην δόλιους διαλόγους του Μάγιενμπουργκ για την αποσάθρωση του Εγώ, σαν πανάλαφρο πινγκ-πονγκ, λες και αυτοσχεδιάζεται κάθε σκηνή.

Αφού στην οθόνη «τρέξουν» για κάμποσο μορφές εκπάγλων διασημοτήτων του Χόλιγουντ, σαν μια παρέλαση ομορφιάς εις το άπειρον, ακολουθεί η άχρονη αγωνία της παραμόρφωσης, από τον Φρανκενστάιν μέχρι τον κλώνο. Ο Ασχημος γίνεται στο πι και φι ένας κούκλος, πανομοιότυπος με άλλους κούκλους και κατόπιν εκσφενδονίζεται στην απελπισία, αλλά χωρίς τραγικότητες ή ηθικές επιπλοκές. Απόλυτο στίγμα της αέρινα ειρωνικής, ευφυούς σκηνοθεσίας του Θανάση Σαράντου (μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας) δύο υψηλού επιπέδου κωμικά ταλέντα. Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, που υποδύεται τον Λέτε σαν να μην γνωρίζει αρκετά γι' αυτόν και «ψάχνεται» καθ' οδόν, αποκαλύπτοντας κρυμμένες υποκριτικές πτυχές του και δυναμιτίζοντας απρόσμενες ενέργειες ανάμεσα στα πρόσωπα. Και η Μπέσσυ Μάλφα, ηθοποιός με επιθετική σκηνική γοητεία, πλην μετρημένη και υπαινικτική, σαν να μην πέρασε τηλεοπτική μέρα από πάνω της.*
(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)


Η Καθημερινή – 29/6/2008
του Γιάννη Βαρβέρη
Μάριους φον Μπάγενμπουργκ: «Ο Άσχημος»

«Δώστε μου πίσω το πρόσωπό μου». Η πλαστή ομορφιά του καπιταλισμού ως δώρο και εφιάλτης.


Το Εθνικό ανέβασε ένα σημαντικό έργο σύγχρονο, «μαύρο» και εξωτερικά κωμικό, τον «Ασχημο» του Γερμανού (μάλλον δίκαια βραβευμένου) Μάριους φον Μάγενμπουργκ (γεν. Μόναχο, 1972).

(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

Πρόκειται για μια σύλληψη υπερρεαλιστική, που όμως δυστυχώς αγγίζει κατά πολύ την πραγματικότητά μας, όπως διαμορφώθηκε μέσα από τα καπιταλιστικά πρότυπα και τις αξίες που αυτά επέβαλαν. Σε μια εποχή κατά την οποία αποθεώνεται το σφρίγος, η νεότητα, το εξωτερικό κάλλος, περιφρονείται η γνώση και η ωριμότητα, μυκτηρίζεται δε ανελέητα το γήρας, η δυσμορφία και η αναπηρία, καταστάσεις κατ’ εξοχήν ανθρώπινες, αποβάλλονται από τον κοινωνικό ιστό ως σαρκώματα που εμποδίζουν το κρατούν σύστημα να προχωρήσει.

(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

Οποιος θέλει να επιζήσει σ’ αυτόν τον πολιτισμό των «ωραίων και σέξι» πρέπει παντί σθένει να πουλήσει στον διάβολο την ψυχή και την εξωτερική του ειδή και να την αντικαταστήσει με τρόπο πλαστικό (κυριολεκτικά και μεταφορικά), φορώντας τη λεοντή της ομορφιάς και της σχηματικής τελειότητας. Μόνον έτσι του επιτρέπεται, και κατά το έργο, να διεκδικήσει ενώπιον κοινού την παρουσίαση της πνευματικής του εργασίας. Χωρίς το «περιτύλιγμα» του δημιουργού, δημιούργημα δεν υπάρχει, και μάλιστα ανενδοίαστα μπορεί να ακυρωθεί αν δεν βρεθεί ένας κατάλληλος ευειδής φορέας για να το παρουσιάσει.

Αυτή είναι η βάση του «Ασχημου» του φον Μάγενμπουργκ, ενός έργου ευσύνοπτου και καίριου, που κατορθώνει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο, τον κωμικό, να αποδείξει το αδιέξοδο της εξωραϊστικής πλαστικής χειρουργικής. Θέλοντας να καθηλώσουμε τον χρόνο ή να ανατρέψουμε το φυσικό δεδομένο, παραβιάζουμε την ηθική τάξη που μας διέπει και χάνουμε οριστικά την ταυτότητά μας, καθώς ο πλαστικός χειρουργός, κατά γκροτέσκα σύλληψη, μπορεί να κατασκευάσει αποκλειστικά την ίδια πατέντα, το ίδιο πρόσωπο για πολλούς, κλωνοποιημένο και τραγικά απρόσωπο. «Θέλω πίσω το πρόσωπό μου», αναφωνεί κάποια στιγμή ο ήρωας, αλλά είναι πια πολύ αργά, η οδός είναι ανεπίστροφη, η διακριτή ταυτότητα, της δυσμορφίας έστω, έχει οριστικά απολεσθεί. Ενώ η καρναβαλική διονυσιακή μεταμφίεση συνιστά μια παραβίαση οίστρου και χαράς που όμως ευχερώς απεκδύεται των «παραφερναλίων» της, αντίθετα η πλαστική μεταμόρφωση διέπεται από εφιαλτική οριστικότητα, το αμετάκλητο της οποίας παρέχει στιγμιαία ικανοποίηση, αλλά λίγο αργότερα κατάσταση διαρκούς θλίψης αν όχι και απόγνωσης μέσα στη φυλακή του ξένου προσωπείου. Το έργο, καθώς προφητεύει πανομοιότυπες διασημότητες πλαστού κάλλους, πιστεύω πως, με τη συνοδεία σαρκαστικού γέλωτα, εκβάλλει ηχηρή ανθρωπιστική κραυγή και το ανάλογο αίτημά της.

(Φωτ.:  Λίνα Μότσιου)

Εναλλαγή καταστάσεων

Γύρω απ’ τον άσχημο εφευρέτη Λέτε κινούνται άλλα τρία πρόσωπα με εναλλασσόμενους ρόλους: η σύζυγος και η πλούσια κυρία, ο γιος της και ο βοηθός του Λέτε, ο διευθυντής του, αλλά και ο πλαστικός χειρουργός. Το έργο είναι γραμμένο σε ρυθμούς ροϊκότητας και πολύ γοργής εναλλαγής καταστάσεων, έτσι ώστε ο θεατής οφείλει να βρίσκεται σε αδιάκοπη εγρήγορση. Το στακάτο αυτό ύφος καθώς και το παγερό, κυνικό χιούμορ εξασφάλισε η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ο νέος –για μένα– σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος προέκρινε μια γυμνή, χωρίς στολίδια, γραμμή, για να περάσει, με την υπογράμμιση της αυτοδυναμίας του λόγου, το έντονο ιδεολογικό στίγμα του έργου. Θα ’λεγα ότι πρόκειται για μια σκηνοθεσία μάλλον πολιτικά τροπισμένη, αφού όψη και ένδυση της Λίνας Μότσιου, επίσης, ακολούθησαν την ίδια λιτή αντίληψη. Ξεκινώντας μ’ ένα επιτυχές παραμορφωτικό γνωστών γυναικείων σταρ βίντεο του Αλέξανδρου Μιστριώτη (όμως μεγαλύτερης του δέοντος διάρκειας), ο Σαράντος πέτυχε περισσότερο στις σκηνές παντομίμας. Η παράσταση άλλοτε έλαμπε και άλλοτε απλώς κυλούσε, χωρίς όμως να μπορείς επ’ ουδενί να αποφανθείς αρνητικά γι’ αυτήν.


Χωρίς γκελ

Βασική της αδυναμία θεωρώ τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση στον κεντρικό ρόλο: υποθερμικός όπως συνήθως, συχνά ταχύλογος και sotto voce ώστε να μη διακρίνουμε ακριβώς τι έλεγε, χωρίς τις απαραίτητες συναισθηματικές μεταπτώσεις που ιδιαίτερα αυτός ο ρόλος απαιτεί και χωρίς γκελ στο κοινό. Αντίθετα, η Μπέσυ Μάλφα διακρίθηκε με την ευχέρεια οργανικών μεταλλάξεών της στους διαμετρικούς ρόλους, με πείρα και φαντασία στην κίνηση και στην πλούσια έκφραση. Θετικός και ο Παναγιώτης Παναγόπουλος στον αναρριχησία βοηθό του Λέτε και στον επαμφοτερίζοντα γιο της κυρίας. Ο διευθυντής του «άσχημου» και πλαστικός χειρουργός Σωκράτης Πατσίκας διαθέτει κωμική φλέβα και την ανέδειξε στην γκροτέσκα εκδοχή της.

Στους αισθητικά πανάθλιους καιρούς της… απερίγραπτης Καλο-κακομοίρας και των εν γένει σαχλεπίσαχλων δυτικών προτύπων, ο «Ασχημος» είναι μια διδακτική απειλή προς όσους νομίζουν πως χαράσσουν ευεργετικά τη μορφή τους, ενώ παραχαράσσουν την ουσία τους. Οι πατημασιές του Χρόνου και της Φύσης επάνω μας θέλουν και πρέπει να αναπνέουν ανεμπόδιστα, ιδίως όταν ασθμαίνουν προς το γήρας. Η τεχνητή λείανση των βημάτων αυτών και του κάθε ίχνους τους δεν μπορεί να γίνεται ατιμωρητί. Και έχουμε γι’ αυτό ένα σωρό γνωστά παραδείγματα, ιδίως πρωταγωνιστριών μας – με πλήρως ακαλαίσθητες ή και τραγικές για την ίδια τους τη ζωή συνέπειες.

 

Ένας αριθμός (2005)


«Ένας αριθμός»
Συγγραφέας: Κάριλ Τσέρτσιλ
(συμπαραγωγή της εταιρείας «Ηθικόν Ακμαιότατον» με το Θέατρο Εμπρός, 2005)
Μετάφραση: Τάσος Μπαντής, 
Θανάσης Σαράντος
Σκηνοθεσία: Τάσος Μπαντής
Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Άκης Δαούτης
Επιμέλεια κίνησης: Σταυρούλα Σιάμου
Φωτισμοί: Ηλίας Κωνσταντακόπουλος
Παίζουν: Τάσος Μπαντής (πατέρας), Θανάσης Σαράντος (γιος)
Το έργο εστιάζεται στην επιστημονική επίτευξη της κλωνοποίησης που ανακοινώθηκε το 1997 και ειδησιογραφικά έπεσε ως ατομική βόμβα ανά τον κόσμο. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στο Λονδίνο το 2002 και το 2004 από το New York Theatre Workshop στην Νέα Υόρκη με τον Sam Shepard στο ρόλο του πατέρα.
Η υπόθεση του έργου επικεντρώνεται στους προβληματισμούς ενός πατέρα ο οποίος αφέθηκε στα χέρια της επιστήμης με σκοπό να κλωνοποιήσει το γιο του, στην πορεία όμως διαπιστώνει πως εν αγνοία του οι επιστήμονες έχουν φέρει στη ζωή άλλους 20 κλώνους του γιου του. Η ιστορία ξεδιπλώνεται με αφορμή αυτή την είδηση και αποκαλύπτονται σκληρές αλήθειες ανάμεσα στη σχέση του πατέρα με τον πραγματικό γιο.
Κατά πόσο όμως η επιστήμη μπορεί να επουλώσει πληγές; Να απαλείψει τα λάθη; Να ξαναφέρει ισορροπίες στη ζωή; Ίσως οι απαντήσεις να βρίσκονται στο έργο της Κάριλ Τσέρτσιλ...
Η Κάριλ Τσέρτσιλ ξεκινώντας από ένα οικογενειακό δράμα θέτει σε δοκιμασία τον θεατή βάζοντας τον, αντιμέτωπο με την ύπαρξη των ορίων, όρια αντοχής, ανοχής και υπέρβασης. Όρια που δεν είναι αξιωματικά και αμετάθετα, αλλά που αποκτούν υπόσταση μόνο μέσα από τη δική μας μετακίνηση. Η επιστήμη με τη σειρά της είναι η υπέρβαση της εγωκεντρικής ουμανιστικής, συναισθηματικής έκβασης του ρομαντισμού; Ή μήπως ο Κέρβερος μιας καθαρά ιδιωτικής υπόθεσης, μιας σύμπλευσης από αναγνωρίσιμα όρια, αυτήν της φύσης...






www.mic.gr - 28/12/2005

της Μαρίας Δαμιανίδου

«…Η παράσταση καταφέρνει να ταλαντεύσει τον θεατή δημιουργώντας του πολλά ερωτήματα, που ξεκινούν από τον οικογενειακό μικρόκοσμο και καταλήγουν στην ανεύρεση της ανθρώπινης υπαρξιακής ταυτότητας. Η ερμηνεία του Τάσου Μπαντή αποτέλεσε το ενεργειακό στοιχείο της παράστασης μέσα από ένα λόγο πότε λιτό και πότε καταιγιστικό.
Ο Θανάσης Σαράντος κατάφερε να μεταφέρει την οργή και την απόγνωση του αληθινού γιού.  Μεταπηδούσε με άνεση σε καταστάσεις ειρωνείας και αφέλειας, θυμοσοφίας και σαρκασμού. Εξαιρετικός και στις άλλες δύο μεταμορφώσεις του.

Γεγονός είναι πως από το έργο αναδείχτηκε μια δυναμική παράσταση που πάραυτα αξίζει να παρακολουθήσει κάποιος για να κατανοήσει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης...


Καθημερινή – 23/12/2005

του Βασίλη Αγγελικόπουλου
Από ηθοποιός -και φιλόλογος- ξεκίνησε ο Τάσος Μπαντής, αλλά με την πολυκύμαντη πορεία του, που πέρασε και από τη «Σκηνή», με τον Λευτέρη Βογιατζή, και τις «Μορφές», στο «Εμπρός», με τη Ράνια Οικονομίδου και τον Δημήτρη Καταλειφό, διαμορφώθηκε ο σκηνοθέτης. Σπάνια τον βλέπουμε επί σκηνής. Τον χάρηκαν όμως εκατοντάδες χιλιάδες θεατές στην «Πολίτικη κουζίνα» ως παππού με τα μπαχαρικά. Και φέτος τον χαίρεσαι στον ρόλο ενός πατέρα -αλλά πολύ διαφορετικού πατέρα!- στο πρόσφατο, και ήδη πολυπαιγμένο σε διάφορες χώρες, έργο της Κάριλ Τσέρτσιλ «Ενας αριθμός», το οποίο έχει σκηνοθετήσει και παίζει στο «Εμπρός» με παρτενέρ τον νέο ηθοποιό και σκηνοθέτη Θανάση Σαράντο στον τριπλό ρόλο ενός γιου με... κλώνους.
Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που μετά τον αιφνίδιο θάνατο της γυναίκας του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις ευθύνες απέναντι στο τετράχρονο αγόρι του και, εν τέλει, το παραδίδει σε ίδρυμα. Αποφασίζοντας όμως κάποια στιγμή να αλλάξει την άθλια από την παραλυσία ζωή του, ζητάει να δημιουργηθεί ένας κλώνος από τον πραγματικό γιο του, ένα παιδί «άγραφο χαρτί», χωρίς τραύματα, που το μεγαλώνει με στοργή. Μετά 35 χρόνια, όμως, όλα αποκαλύπτονται. Ο εγκαταλελειμμένος γιος, ο κλώνος που μεγάλωσε δίπλα στον πατέρα χωρίς να έχει ιδέα τού τι πραγματικά είναι, αλλά και άλλοι... πολλοί κλώνοι, τους οποίους δημιούργησε μυστικά για να τους εμπορευθεί ο γιατρός της κλωνοποίησης, ορθώνονται, καθείς με τον τρόπο του, ενώπιον αυτού του πατέρα, αλλά κι ενώπιον του εαυτού του καθένας, με ποικίλες και απροσδόκητες αντιδράσεις...
Πόσο όμως αφορά τον θεατή ένα θέμα όπως η κλωνοποίηση; «Ως πρόσχημα νομίζω ότι χρησιμοποιεί η συγγραφέας την κλωνοποίηση», λέει ο Τ. Μπαντής, «για να μιλήσει για άλλα πράγματα που πάντα μας αφορούν: το θέμα της ταυτότητας, ποιοι είμαστε, πόσο ορίζουμε τις πράξεις μας, ή νομίζουμε, ενώ τις καθορίζουν δυνάμεις που ούτε καν συνειδητοποιούμε. Ακούγεται ίσως παράδοξα, αλλά αυτό το έργο μού προκάλεσε αισθήματα και στοχασμούς όπως τα έργα του Ιψεν, με τον οποίο έχω ασχοληθεί πολύ. Η γραφή είναι διαφορετική βέβαια, αλλά βρίσκω πολλά κοινά επί της ουσίας. Το έργο της Τσέρτσιλ έχει το ενδιαφέρον των καιρών μας, για τις πιθανές επιπτώσεις των εξελίξεων της επιστήμης στη ζωή του ανθρώπου, αλλά εκείνο που νομίζω πως λέει η συγγραφέας, είναι ότι οι ζωές μας από άλλα εξαρτώνται και ορίζονται. Σε άλλα πεδία παίζεται το παιχνίδι».
Τι τον παρακίνησε να παίξει ο ίδιος τον πατέρα; «Μια σφοδρή επιθυμία, που νομίζω ότι οφείλεται αφ’ ενός στο ότι δεν έγινα πατέρας ο ίδιος, ενώ από την άλλη, είχα αβυσσαλέα σχέση με τον πατέρα μου. Ηθελα να διερευνήσω, παίζοντας τον ρόλο, ένα πεδίο καθοριστικό της προσωπικότητας του καθενός, που χάραξε και τη δική μου ζωή».
Η ατμόσφαιρα του έργου, δραματική κατά βάση βεβαίως, θυμίζει θρίλερ, αλλά συχνά τη δροσίζουν ριπές χιούμορ ή και κωμικών καταστάσεων, από τον τρόπο κυρίως που αντιδρά ο πατέρας. Το προβλέπει η συγγραφέας ή οφείλεται στην ερμηνεία; «Η Τσέρτσιλ δεν δίνει καμιά οδηγία, αλλά το ίδιο το κείμενο παράγει ένα αλλόκοτο χιούμορ, έτσι που υπονομεύει τα πρόσωπα, ειδικά τον πατέρα. Εναν άνθρωπο που, παρ’ ότι έχει ξεσκεπαστεί, προσπαθεί συνέχεια να καλύψει πράγματα. Συμβαίνει ό,τι συμβαίνει κι αυτός έχει στον νου του πώς θα βγάλει κέρδος από αυτή την ιστορία – κάτι αστείο, δηλαδή, μέσα στην τραγικότητά του».
Σκηνικό και κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου) αντικατοπτρίζουν τον ψυχισμό αυτού του ανθρώπου: χρώματα και αντικείμενα στα χρώματα και τα υλικά του μετάλλου, του ατσαλιού, της σκουριάς, του χώματος. Ενα μακρύ μεταλλικό τραπέζι, δύο καρέκλες, υποβλητικοί φωτισμοί (Ηλίας Κωνσταντακόπουλος), ανάλογη μουσική (Ακης Δαούτης) και κίνηση νευρώδης, πυρετική στιγμές στιγμές (Σταυρούλα Σιάμου).
Δίπλα του, ο Θανάσης Σαράντος υποδύεται πειστικά, με θαυμαστά στη λιτότητά τους υποκριτικά μέσα, τρεις γιους. Μαζί έκαναν και τη μετάφραση του έργου. «Εκείνος μου έφερε το έργο και πρότεινε να συνεργαστούμε. Με γοήτευσε το έργο, βέβαια, αλλά δέχτηκα γιατί είδα ότι είναι παιδί με πολύ πάθος για δουλειά, που με κέρδισε».

Ελευθεροτυπία – 16/2/2006

Η συγγραφέας τού «Ενας Αριθμός» στην Αθήνα
Η σημαντική Βρετανίδα δραματουργός Κάριλ Τσέρτσιλ επισκέπτεται την Ελλάδα για πρώτη φορά προκειμένου να παρακολουθήσει το Σάββατο την παράσταση του έργου της, «Ενας Αριθμός», στο Θέατρο «Εμπρός», που σκηνοθετεί, πρωταγωνιστώντας, ο Τάσος Μπαντής. Τη «μοναδική, περιθωριακή, όπως ήταν ο Μπέκετ στο ξεκίνημά του» Τσέρτσιλ, σύμφωνα με τον Πίτερ Μπρουκ, το αθηναϊκό κοινό τη γνώρισε προ ετών με την παράσταση του έργου της, «Σκράικερ».

Το «Ενας Αριθμός», «το πρώτο αληθινό έργο του 21ου αιώνα», σύμφωνα με τη διεθνή κριτική, που ανέβασε ο γνώστης της δραματουργίας τής Τσέρτσιλ, Μπαντής, στο θέατρό του, αναφέρεται στο θέμα της ανθρώπινης κλωνοποίησης. Αυτόν τον καιρό παίζεται με επιτυχία σε αρκετές χώρες του κόσμου.

Η μετάφραση σ' αυτή τη συμπαραγωγή της Εταιρείας Θεάτρου «Εμπρός» και της Εταιρείας Θεάτρου «Ηθικόν Ακμαιότατον» είναι του Τάσου Μπαντή και του Θανάση Σαράντου, που κρατούν αντιστοίχως τον ρόλο του πατέρα και του γιου.

Ο Μικρός Πρίγκιπας (2000-2001)


«Ο Μικρός Πρίγκιπας» (2000-2001)
Συγγραφέας: Αντουάν ντε Σαίντ-Εξυπερύ
(Συνεργείο Τεχνών)

Σκηνοθεσία: Σαράντος Θανάσης
Σκηνοθεσία: Σαράντος Θανάσης
Διασκευή: Σαράντος Θανάσης
Μετάφραση: Σαράντος Θανάσης
Video Art: Ζάππας Νίκος
Φωτισμοί: Μεϊντάνης Λίνος
Κοστούμια: Μότσιου Λίνα
Επιμέλεια κίνησης: Μερμίγκης Στάθης
Animation: Μπακίρογλου Λάρρυ
Ηχοληψία: Τσολακιάν Ιορδάνης
Μακιγιάζ: Καλαϊτζίδου Συμέλα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βλαχάκης Σπύρος
Επιμέλεια video: Σερντάρης Γιώργος
Hθοποιοί:
Καραλή Δήμητρα 
Δελικούρα Σύλβια
Αφηγητής-πιλότος: Θανάσης Σαράντος
Παραγωγή:  Ηθικόν Ακμαιότατον
Μουσική - Σχεδιασμός Ήχου:  Studio 19 

Μια μινιμαλιστική εκδοχή για δύο ηθοποιούς.
Ο μικρός Πρίγκιπας και ο μαγικός του κόσμος μέσα από τη φαντασία του Αφηγητή-Πιλότου.
Μια νέα ανάγνωση του λυρικού αυτού έργου για 2 ηθοποιούς. Ο αφηγητής-πιλότος ερμηνεύει όλα τα πρόσωπα με τα οποία έρχεται σε επαφή ο μικρός πρίγκιπας.
Ο αφηγητής-πιλότος ταξιδεύει με τα αυθεντικά σχέδια του Εξυπερύ και "μεταμορφώνεται" σε πρόσωπα του έργου όπως: το λουλούδι, τον βασιλιά, τον ματαιόδοξο, το μεθυσμένο, τον φαναρανάφτη, την αλεπού, το φίδι κ.α .
Τι είναι τελικά αυτό το ανθρωπάκι με τα χρυσά μαλλιά; Είναι μήπως το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας αλλά ως "μεγάλοι" προσπαθούμε να πνίξουμε τη φωνή του;
Ένα μαγικό παιχνίδι με ήχο, φως και με τα αυθεντικά σχέδια του συγγραφέα σε μορφή
video art.
Τα χιουμοριστικά φωσφορίζοντα σκίτσα του δημιουργού
video art Νίκου Ζάππα, εμπνευσμένα από τα αυθεντικά σχέδια του Αντουάν Ντε Σαιντ-Εξυπερύ ζωντανεύουν στη σκηνή και συμπρωταγωνιστούν με τους ηθοποιούς της παράστασης.


Κοινωφελές Ίδρυμα «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης»: ΑΩ-Ενημερωτικό δελτίο, Τεύχος 19, Ιούλιος 2002

Δραστηριότητες Υποτρόφων / Θέατρο

«Ο σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος με την εταιρία θεάτρου "ηθικόν ακμαιότατον" παρουσιάζουν τον Μικρό Πρίγκιπα του Antoine de Saint-Exupery στις 25 Iουλίου στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Τρίπολης. Πρόκειται για μια νέα ανάγνωση του λυρικού αυτού έργου για δύο ηθοποιούς, ένα σύνθετο πολυθέαμα με εκτεταμένη χρήση τεχνολογίας, ένα μαγικό παιχνίδι με ήχο και φως. Ο αφηγητής-πιλότος ερμηνεύει όλα τα πρόσωπα με τα οποία έρχεται σε επαφή ο Μικρός Πρίγκιπας. Η μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία είναι του Θανάση Σαράντου, ο οποίος κρατάει και το ρόλο του αφηγητή-πιλότου. Το ρόλο του Μικρού Πρίγκιπα ερμηνεύει η Μάγια Πολιτάκη, τα σκηνικά και κοστούμια είναι του Κώστα Βελινόπουλου, η μουσική του Studio 19 και η κίνηση της Κατερίνας Παπαγεωργίου. Μετά την Τρίπολη θα ακολουθήσει περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ι.Φ. Κωστόπουλου.».


artingreece.gr – Ιανουάριος 2003

 «[…] Πρόκειται για μια μαγευτική παράσταση, για μεγάλους και μικρούς, που μεταφέρει το βιβλίο του Saint-Exupery με έναν μοναδικό και σύγχρονο τρόπο. Ειδικοί φωτισμοί που μας μεταφέρουν στη μαγεία του παραμυθιού καθώς, και ψηφιακή επεξεργασία του ήχου. Επίσης, παρουσιάζονται, σε video art του Νίκου Ζάππα, τα αυθεντικά σκίτσα του Saint-Exupery τα οποία συμπρωταγωνιστούν με τους ηθοποιούς της παράστασης…» .


Κοινωφελές Ίδρυμα «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης»: ΑΩ-Ενημερωτικό δελτίο, Τεύχος 24, Ιούνιος 2004

«Υποψήφιος για το βραβείο Νέου Δημιουργού των Βραβείων Θεάτρου, που απένειμε η Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων, ήταν ο Θανάσης Σαράντος τον Φεβρουάριο του 2004 για την παράσταση «Ο Μικρός Πρίγκιπας» της ομάδας θεάτρου «ηθικόν ακμαιότατον».
Το έργο του Σαιντ-Εξυπερύ παρουσιάστηκε σε νέα μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου στο 3ο Φεστιβάλ Τρίπολης τον Ιούλιο του 2002 και στο θέατρο «Συνεργείο Τεχνών» στην Αθήνα, αποσπώντας θερμές κριτικές, καθώς και μικρή επιχορήγηση της ομάδας από το Υπουργείο Πολιτισμού για το 2004.».

Καλιγούλας (1999-2000)


«Καλιγούλας» (1999-2000)
Συγγραφέας: Αλμπέρ Καμύ

Αθήνα και Θεσσαλονίκη σε συμπαραγωγή με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας το 1999-2000 (Θέατρο Καλαμαριάς και Θέατρο του Νέου Κόσμου)
Πρώτη Παρουσίαση: Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, Δημοτικό Θέατρο, 17/12/1999

Μετάφραση: Τσοακέλλη, Ειρήνη
Επιμέλεια μετάφρασης: Στάικος, Ανδρέας
Σκηνοθεσία: Σαράντος, Θανάσης
Δραματουργική επεξεργασία: Σαράντος, Θανάσης
Σκηνικά: Γυπαράκης, Γιώργος
Σκηνικά: Ράμσης, Γιάννης
Χορογραφία: Νικολάου, Φώτης
Χορογραφία: Παπαχρήστου, Βάλια
Φωτισμοί: Μπιρμπίλης, Σάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ρασιδάκι, Μαριλένα
Βοηθός σκηνογράφου: Πλατανάκης, Δημήτρης
Ηθοποιοί
Μαρκουλάκης, Κωνσταντίνος (ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ)
Αλαφούζος, Σωκράτης (ΧΑΙΡΕΑΣ)
Προκοπίου, Θάλεια (ΚΑΙΖΩΝΙΑ)
Πυρπασόπουλος, Γιώργος (ΣΚΙΠΙΩΝΑΣ-Γ ΦΡΟΥΡΟΣ)
Ρίκος, Βαγγέλης (ΟΚΤΑΒΙΟΣ-Α;ΦΡΟΥΡΟΣ)
Ιωάννου, Μάριος (ΛΟΥΚΙΟΣ)
Κορρέ, Έλενα (ΔΡΟΥΣΙΛΛΑ-ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥΚΙΟΥ)

11 παραστάσεις στη Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, Δημοτικό Θέατρο (1999/12/17 - 1999/12/31) και στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από 4/1/2000 έως τέλη Απριλίου 2000.

Ο έρωτας του Καλιγούλα για την αδελφή του Δρουσίλλα και ο ξαφνικός της θάνατος, οδηγούν τον νεαρό αυτοκράτορα σε μια φρενήρη διαδρομή στα ακραία όρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Η εξουσία, ο αυτοκρατορικός περίγυρος, η βία, οι συνωμοσίες, η παρακμή του βασιλείου, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, γίνονται πεδία εσωτερικής μάχης, μιας μάχης του ενός εναντίον όλων. Και όταν η ζωή δεν φαίνεται αρκετά ευρύχωρη για να την κατοικήσει, ο Καλιγούλας δεν διστάζει να προκαλέσει τον ίδιο του τον θάνατο. 
Το γνωστότερο και πιο πολυπαιγμένο έργο του Αλμπέρ Καμύ αντλεί την έμπνευσή του από την ιδιόμορφη προσωπικότητα του ρωμαίου αυτοκράτορα Καλιγούλα. Με πρόσχημα τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία, η διεισδυτική ματιά του Καμύ στην ανθρώπινη φύση συνθέτει έναν θεατρικό χαρακτήρα που γοητεύει ταυτόχρονα για την σκληρότητα και το μεγαλείο του.
(από το αρχείο του ΚΘΒΕ)


ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ – 16/5/2000

«Καλιγούλας»
«Στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» φιλοξενήθηκε η νέα θεατρική ομάδα «Ηθικόν ακμαιότατον» και η παράσταση του νέου σκηνοθέτη Θανάση Σαράντου, πολύ ελπιδοφόρου αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα της δουλειάς του και μάλιστα στο εξαιρετικά δύσβατο θεματολογικά και ριψοκίνδυνο ερμηνευτικά έργο του Αλμπέρ Καμύ «Καλιγούλας». Ενα έργο φαινομενικά ιστορικό και ουσιαστικά φιλοσοφικό για το νόημα και το μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Για την έννοια, το δικαίωμα, τη διεκδίκηση αλλά και τα όρια της ελευθερίας του ατόμου. Για την έννοια, τα δικαιώματα και τα όρια της ελευθερίας της εξουσίας. Για τη σύμφυση, συνύπαρξη και πάλη του καλού με το κακό στον άνθρωπο, για την αθωότητα και την ενοχή του. Για την ηθική και τη φαυλότητα, τη συνείδηση και την ασυνειδησία, τη σύνεση και την αφροσύνη, το σεβασμό του μέτρου και την αμετροέπεια. Για τη γήινη φύση, τις γήινες ανάγκες, το γήινο προορισμό του ανθρώπου, αλλά και τον πόθο του να κατακτήσει το άγνωστο, υπέργειο σύμπαν, να επιτύχει το ανέφικτο, να γίνει «θεός». Για το αίτημα του ανθρώπου για αγάπη και ευτυχία, το οποίο ο ίδιος, με τις ιδέες και τις πράξεις του, συνειδητά και ασυνείδητα, εντελώς παράλογα και καταστροφικά για τον ίδιο και τους άλλους, «ροκανίζει» και πολεμά.
Ο Καμύ με αυτό το έργο ιστορεί, κοινωνιολογεί αλλά και υπαρξιολογεί. Ο Καλιγούλας του, με αφετηρία και πλαίσιο το βίο του Ρωμαίου αυτοκράτορα, υπερβαίνει το ιστορικό πρόσωπο, καθώς πλήρως εκτροχιασμένος, ηδονικά πεισιθανάτιος, πορεύεται στο «Γολγοθά» των προαναφερόμενων αντιθέσεων, συμπαρασύροντας και τους γύρω του και την κοινωνία στη δίνη του παραλογισμού, της «τρέλας» που του γεννά το αίσθημα του ανικανοποίητου, του ανέφικτου, της θνητότητας του ανθρώπου, η απουσία της ευτυχίας. Ο Καλιγούλας του Καμύ καθώς είναι ένα αθεράπευτα δυστυχισμένο, καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά «ελεύθερο» πλάσμα, «ελεύθερο» πέραν κάθε ατομικού και εξουσιαστικού ορίου της ελευθερίας, συμπυκνώνει συμβολιστικά το υπαρξιακό δράμα του ανθρώπου, την ψυχοπνευματική «κόλαση», στην οποία μπορεί να οδηγηθούν και ο άνθρωπος και η ανθρωπότητα.
Η δραματουργική επεξεργασία και η μοντέρνας αισθητικής και εικαστικής αντίληψης, ευρηματική, εύρυθμη, γρήγορων εναλλαγών σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου, προσπάθησε, και σε σημαντικό βαθμό «φώτισε», τη φιλοσοφική πολυσημία του γοητευτικά «σκοτεινού» αυτού έργου, απευθύνοντας τα μηνύματά του στην παρακμιακή εποχή μας, εποχή της «μεταμοντέρνας» ασχήμιας, του φωσφορίζοντος πλαστικού, της «γκλαμουριάς» της σήψης. Η παράσταση του νέου σκηνοθέτη είχε ουσία, αισθητική άποψη, αλλά και ενδιαφέρον σαν σκηνικό θέαμα, με τη δημιουργική συμβολή της μετάφρασης (Ειρήνη Τσολακέλλη), των ευρηματικών σκηνικών (Γιώργος Γυπαράκης), των ευφάνταστων κοστουμιών (Γιώργος Γυπαράκης - Γιάννης Ράμσης), της μουσικής (Στούντιο 19), της κινησιολογίας (Φώτης Νικολάου- Βάλια Παπαχρήστου), των φωτισμών (Σάκης Μπιρμπίλης). […]».         

Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι (2009)


«Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι» (2009)
Συγγραφέας: Μάριους φον Μάγιενμπουργκ 

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Θανάσης Σαράντος
Σκηνικά: Λίνα Μότσιου
Κοστούμια: Δέσποινα Μακαρούνη
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική: Νίκος Πατρελάκης

Παίζουν οι: Κώστας Βασαρδάνης, Βασίλης Μπουλουγούρης, Μαρία Πανουργιά


Μια καυτή νύχτα του Αυγούστου ο Μ, μετά από ένα γεύμα με τους φίλους του, χάνει τον δρόμο του και φτάνει σ’ ένα αδιέξοδο ενός άγνωστου τόπου, στον οποίο τίποτα δεν μοιάζει να κινείται: ο χρόνος είναι σταματημένος, τα ρολά στα παράθυρα κατεβασμένα, πίσω από τις προσόψεις των σπιτιών υπάρχουν μόνο αμμόλοφοι, οι δρόμοι είναι άδειοι – από το πουθενά εμφανίζεται ένας άντρας που ψάχνει το σκυλί του. Ο άντρας προθυμοποιείται να βοηθήσει τον Μ, ξαφνικά όμως ξεσπά μεταξύ τους μια θανάσιμη συμπλοκή, που υποχρεώνει τον Μ σε μια εφιαλτική περιπλάνηση στην παράξενη πόλη, στις παρυφές της οποίας ζούνε λύκοι και σκύλοι, η πείνα βασιλεύει, όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια εμφάνιση και όλοι δείχνουν την ίδια «κανιβαλιστική» πρόθεση να τον εξυπηρετήσουν. Ήδη στην πρώτη σκηνή ο ήρωας του έργου, λέει: «θέλω να ανοίξω τα μάτια μου, αλλά είναι ήδη ανοιχτά»: ο εφιάλτης έχει ξεκινήσει.
            Πού ακριβώς έχουμε βρεθεί; Στη ζώνη του Ασυνείδητου; Σε κάποιον μεταφυσικό πίνακα του Ντε Κίρικο; Στην ποίηση του υπερρεαλισμού; Ή σε κάποια καφκική δίκη; Πράγματι, η συγγένεια του έργου με τη Δίκη του Κάφκα δεν εξαντλείται μόνο στην αμήχανη τελειότητα του κλινικού τοπίου, ούτε και στον ασφυκτικό χώρο του μη-χρόνου, όπου διαδραματίζεται η ακατανόητη για τον ήρωα ιστορία του. Όπως στη Δίκη, έτσι και στο Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι ο ήρωας βυθίζεται στον αδιέξοδο κόσμο του παραλόγου, παρακολουθώντας μια σειρά από γεγονότα που τον υπερβαίνουν και που ακυρώνουν κάθε λογική βεβαιότητα. Σε πλήρη αντίστιξη, ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής και η ταυτόχρονη «αναμετάδοση» των συμβάντων από τον ίδιο τον Μ, επιτρέπουν στη συνείδησή του να μεταλλαχθεί βήμα-βήμα καθώς βιώνει το ανεξήγητο, το ονειρικό. Και αν ο Κ της Δίκης καταδικάζεται για ένα έγκλημα που δεν έκανε, ο Μ δεν καταδικάζεται για κανένα από τα εγκλήματα που έκανε: πολύ σκληρότερα εγκαταλείπεται από τον συγγραφέα στην απόλυτη παραδοχή ότι ακόμα και η ελπίδα κατοικεί πέρα από τα όρια της αθωότητας.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 07/01/2009

Ανθρωποφάγοι σε τοπίο καταστροφής
της Ιωάννας Κλεφτόγιαννη

««Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι». Τίτλος που παραπέμπει στον Ιονέσκο; Κι όμως. Είναι ένα από τα τελευταία, λίγων μόλις μηνών, θεατρικά έργα ενός φοβερού και γνωστού στα μέρη μας παιδιού της γερμανικής δραματουργίας: του 38χρονου Μάριους φον Μάγιενμπουργκ. Το «τσίμπησε» και εν ριπή οφθαλμού το ανέβασε στο άρδην ανακαινισμένο «Από Μηχανής Θέατρο» ο Θανάσης Σαράντος, που πάει να αποκτήσει «ειδικότητα» στο έργο του δραματουργού της γερμανικής «Σαουμπίνε».
Αν θυμάστε, τελευταία δουλειά του ήταν ο «Άσχημος» του Μάγιενμπουργκ, που ανέβηκε πέρσι στο Εθνικό Θέατρο. Χάρη στον άτυχο ήρωα, άλλωστε, κέρδισε τη φιλία του πολυγραφότατου συγγραφέα, που τους τελευταίους δύο μήνες έχει κιόλας γράψει δύο καινούρια έργα! «Συγκλίνουμε τόσο, που αισθάνομαι πως μέσα από τα έργα του αποκτώ μια ελευθερία», αποκαλύπτει ο Έλληνας σκηνοθέτης για τον δραματουργό -δεξί χέρι του Τόμας Οστερμάγερ. «Ειδικά στο "Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι" μπορώ να πω ότι ο Μάριους γίνεται και προφητικός».

Πράγματι. Το παράξενο, αλληγορικό στόρι του σε βάζει στην πολύ δυσάρεστη θέση να αναρωτιέσαι αν σε λίγα χρόνια, λόγω της κρίσης, δεν θα οδηγηθούμε σε ανάλογες ακρότητες. Εξηγεί ο Θανάσης Σαράντος: «Το έργο μιλά για ανθρώπους-βαμπίρ σε μια εποχή που δεν είναι και τόσο μακρινή. Σε ένα τοπίο απόλυτης καταστροφής. Υπάρχουν άνθρωποι που πεινούν. Ο ένας διεκδικεί τη σάρκα του άλλου. Και οδηγούνται στην ανθρωποφαγία, στον κανιβαλισμό, στην αλληλοσφαγή. Ολοι προσπαθούν να υπηρετήσουν τις ορέξεις του Μ, που σε αναλογία με τον Κ της "Δίκης" του Κάφκα, είναι πρόσωπο αυτοβιογραφικό για τον Μάριους».
Για να υποστηρίξει την ακραία ιστορία, ο Μάγιενμπουργκ υιοθετεί τεχνικές από θρίλερ.

Ο Θανάσης Σαράντος μπορεί να έχει ήδη ανεβάσει δύο έργα του Μάγιενμπουργκ και να έχει γίνει φιλαράκι με τον Γερμανό δραματουργό, ωστόσο δεν σκοπεύει να ανεβάσει τρίτο έργο του.
«Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι η ιδιαίτερη γλώσσα, που μοιάζει προϊόν αυτόματης γραφής», τονίζει ο σκηνοθέτης. «Ιδίως οι μονόλογοι έχουν οπερατικό ύφος, σχεδόν θυμίζουν όπερα. Συνεχώς όμως ο μελοδραματισμός υποσκάπτεται από ένα υπόγειο χιούμορ. Το κείμενο δουλεύεται στο υποσυνείδητο. Ολόκληρο το έργο ο Μάγιενμπουργκ το έχει δουλέψει "υπογείως''».

Μέθοδος που διαφέρει πολύ από αυτή που ακολούθησε στον «Άσχημο». «Ο Μάγιενμπουργκ έχει επηρεαστεί πολύ από την Κάριλ Τσέρτσιλ και τη Σάρα Κέιν. Ο "Άσχημός" του ήταν σάτιρα. Εδώ το έργο ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού,  μεταξύ δράματος και κωμωδίας», διευκρινίζει ο Σαράντος. Για να υπηρετηθεί «ο γερμανικός εξπρεσιονισμός» του κειμένου, βασίστηκε αποκλειστικά στους τρεις ηθοποιούς του:  Κώστα Βασαρδάνη, Βασίλη Μπουλουγούρη και Μαρία Πανουργιά.
Σε ημέρες πολιτικο-κοινωνικής έντασης, το θεατρικό έργο, προσθέτει ο σκηνοθέτης του, αναδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρο: «Υπάρχει ανάγκη για ένα μαχαίρι αυτή τη στιγμή, γιατί υπάρχει πολλή νύχτα και πολλοί "σκύλοι" γαβγίζουν. Οπότε το "Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι" θα μπορούσε να είναι από τα πλέον αντιπροσωπευτικά σλόγκαν των ημερών. Θα μπορούσε άνετα να γραφτεί στους τοίχους. Δεν ξέρω πού θα φτάσει όλη αυτή η κατάσταση. Αλλά δεν ξέρω και κατά πόσο διακόπτοντας μια παράσταση δεν λέμε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Μάλλον πρέπει να διακόψουμε μια τηλεόραση ή ένα σκυλάδικο. Δεν αφυπνίζεις τον κόσμο με τη διακοπή ενός θεατρικού».

Οι Μ. Πανουργιά, Β. Μπουλουγούρης και Κ. Βασαρδάνης πολλαπλασιασμένοι στο σκηνικό ερήμωσης που στήνει ο Μάγενμπουργκ.
Άραγε, τώρα που πήρε το κολάι, θα συνεχίσει με έναν Μάγενμπουργκ; «Οχι», μας ξεκόβει. «Στην πραγματικότητα, πίσω από ό,τι έχω κάνει έως σήμερα, μετά τον "Καλιγούλα" του Καμί στο ΚΘΒΕ, το 1997, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο: η θεατρική δραστικότητα με τον μίνιμουμ αριθμό ηθοποιών. Εδώ μόλις τρεις ηθοποιοί υποδύονται δέκα ρόλους. Και στον "Ασχημο" γινόταν ένα παιχνίδι μεταμορφώσεων. Στο "Ενας αριθμός" της Τσέρτσιλ, που δουλέψαμε με τον Τάσο Μπαντή το 2005, υποδυόμουν τρεις ρόλους. Καθετί είναι η συνέχεια μίας δουλειάς».

Στο «Από Μηχανής Θέατρο», που την τρέχουσα σεζόν γύρισε σελίδα, αφού δεν είναι μία ακόμη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου αλλά μια ελεύθερη σκηνή που καλλιτεχνικά διευθύνει ο Ακης Βλουτής, το «Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι» παρουσιάζεται μόνο κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Η μετάφραση είναι του Γιώργου Δεπάστα. Τα σκηνικά, μια στέπα από latex, κρανία λύκων και απομεινάρια ανθρώπων, υπογράφει η Λίνα Μότσιου, τα κοστούμια η Δέσποινα Μακαρούνη, ενώ την ambient μουσική συνέθεσε ο Νίκος Πατρελάκης. Φώτισε ο Λευτέρης Παυλόπουλος. Εντυπωσιακό το ταμπλό βιβάν, που ζωγράφισε ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, υπεύθυνος και της ανακαίνισης του θεάτρου.».

ΕΘΝΟΣ – 07/01/2009

Μαύρη κωμωδία από τον σύγχρονο Ιονέσκο
της Αντιγόνης Καράλη

«Ο Μ φεύγει κι αρχίζει την εφιαλτική περιπλάνησή του σε μια «μετα-εκπολιτισμένη» πόλη: στις παρυφές της ζούνε λύκοι και σκύλοι, η πείνα βασιλεύει, όλοι οι άνθρωποι που συναντά έχουν την ίδια εμφάνιση και όλοι δείχνουν την ίδια «κανιβαλιστική» πρόθεση να τον εξυπηρετήσουν.
Αυτή είναι μόνο η αρχή του έργου του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ «Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι» που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου, στο «Από Μηχανής Θέατρο». Στη συνέχεια ο Μ μέσα σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο και έπειτα από μια σύνθετη διαδρομή φτάνει στην αυτογνωσία.
                              Μοιραίο πρόσωπο
«Ο Μ δέχεται τις επιθέσεις των άλλων αλλά πάντα είναι αυτός που σκοτώνει, γιατί αυτός κρατάει το μαχαίρι. Μόνο η μικρή του αδελφή γλιτώνει στο τέλος, η οποία πάντα προσπαθούσε να τον σώσει, αλλά πάντα αυτός την απωθούσε. Στο τέλος καταλαβαίνει ότι αυτό είναι το μοιραίο πρόσωπο της ζωής του και από το οποίο πρέπει να δεχτεί ότι μπορεί να συνυπάρξει με έναν άνθρωπο», εξηγεί ο Θανάσης Σαράντος.
Ο Γερμανός συγγραφέας, από τους ανερχόμενους στην Ευρώπη, έχει χαρακτηριστεί ως «ο σύγχρονος Ιονέσκο». Ο τρόπος γραφής του δεν είναι ρεαλιστικός. «Με πρόφαση ένα «θρίλερ», αλλά με ανάλαφρο τρόπο και με ένα σπαρταριστό κωμικό διάλογο ψυχογραφεί τον εφιάλτη ενός ανθρώπου», τονίζει ο σκηνοθέτης, ο οποίος πέρυσι παρουσίασε πάλι σε πανελλήνια πρώτη το έργο του «Ο Ασχημος».
Σαν μια «μαύρη κωμωδία», ένα «θεατρικό παιχνίδι», αντιμετωπίζει ο ίδιος το κείμενο, όπου οι τρεις ηθοποιοί μοιράζονται τους δέκα ρόλους του. Πρόκειται για «πολύ θεατρικό έργο. Παίζουμε πολύ με τη μεταμφίεση και την ψευδαίσθηση του θεάτρου». Γιατί… «το θέατρο είναι ένα ψέμα που λέει πολλές αλήθειες»».


Ελευθεροτυπία - 07/03/2009


Ο θάνατός σου, η ζωή μου...

Κριτική της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

* «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ από την Εταιρεία Θεάτρου συν-επί, «Από Μηχανής Θέατρο»
Ενας άνδρας τρώει μύδια ένα καυτό βράδυ του Αυγούστου. Καλύτερα να μην το έκανε. Διότι ξυπνώντας την επομένη, ανακαλύπτει πως έχει χαθεί μέσα σε μια άφεγγη, αχρονική ερημιά και με έναν καφκικό τρόπο η παραπλάνησή του είναι πλήρης. Το ρολόι του αντί για την ώρα δείχνει ένα περίεργο SOS σήμα, ο ίδιος δεν ξέρει ποιος είναι, από πού έχει έρθει, πού βρίσκεται, μήτε πού πηγαίνει. Η μόνη βεβαιότητά του -ένα «running gug» που διαπερνά κωμικά-λακωνικά το έργο- είναι ότι έφαγε μύδια. Λεπτομέρεια που ο «Μ» επαναλαμβάνει με την αδιατάρακτη επιμονή κάποιου που δεν έχει τίποτε άλλο.

Αν δεν είναι μια παραίσθηση τροφικής δηλητηρίασης, η ιστορία με τα μύδια έχει το νόημά της. Ο κόσμος γύρω από τον «Μ» φέρεται να λιμοκτονεί και όλα τα πρόσωπα που συναντά στο φουτουριστικό λυκόφως λυσσάνε για τροφή, και κυρίως για το δικό του ψαχνό. Ενας Ανδρας εμφανίζεται από το πουθενά και προσφέρεται να τον οδηγήσει σπίτι του, όμως για ανεξήγητους λόγους τραβά ένα μαχαίρι, που ξάφνου καρφώνεται στη δική του κοιλιά. Παρότι ο «Μ» (ένας αναλλοίωτα φοβικός και αποπροσανατολισμένος Βασίλης Μπουλουγούρης) διαβεβαιώνει πως «δεν κάνει τέτοια», στις επόμενες σκηνές μαχαιρώνει κατά λάθος ή αμυνόμενος την αδελφή τού Ανδρα (Μαρία Πανουργιά), μια νοσοκόμα (η ίδια ηθοποιός ως «Πετρούλα» με μίνι και ψηλοτάκουνα), έναν αστυφύλακα, έναν γιατρό, έναν ασθενή, μέχρι κι έναν σκύλο (σε όλους τους ρόλους ο ίδιος ηθοποιός, Κώστας Βασαρδάνης). Κάθε λίγα λεπτά και ένα αιμόφυρτο πτώμα, συχνά του ίδιου του «Μ».
Σε μια τάχα αποκαλυπτική παραβολή του τέλους του κόσμου, τρεις τύποι, εξωθούμενοι από κάποιο μεταπολιτισμικό κανιβαλιστικό ντελίριο, τραβάνε εναλλάξ πάντα το ίδιο λεπίδι, που βυθίζουν σε αλλεπάλληλα μαλακά υπογάστρια και κατόπιν χυμούν στην πληγή με βαμπιρική βουλιμία («πεινά κανείς άλλος;»). Οι μαχαιρωμένοι σωριάζονται και ξανασηκώνονται σαν ζόμπι, ad absurdum, για να εμφανιστούν στις επόμενες σκηνές, σε άλλους ή στους ίδιους ρόλους.

Τα συμβάντα ενέχουν μια αθέλητη κωμικότητα. Και μόνον η δραματουργία ενός μαχαιριού που μπήγεται - ξεμπήγεται σε σώματα με γραφειοκρατική απάθεια, παράγοντας κάθε φορά το ίδιο αδιόρατο κλικ-κλακ, έχει πλάκα από μόνη της, την οποία όμως τορπιλίζει η ανάγκη του συγγραφέα για βαθυστόχαστα υπαρξιακά μηνύματα. Στα πρώτα 3-4 λεπτά δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα του περίπου. Μετά, ο Μάγιενμπουργκ εξαπολύει τον «Μ» του στην cool σχεδιασμένη σφαίρα του γκροτέσκου, φορτώνει την παιδαριώδη ιστορία με υψηλή ρητορική, ποιητική ομίχλη και δάνεια από καφκικό μυστήριο, ταινίες φρίκης και ρομαντισμό, εξαναγκάζοντας τους λυκάνθρωπούς του σε απανωτά τσιμπούσια, τίγκα στο θεατρικό αίμα.

Ενα αμήχανο, ιλαρό και βαρετό πόνημα από έναν πρώην ενδιαφέροντα συγγραφέα. Αν δεν κατρακυλά πλήρως στην ανοστιά ενός φτηνού σπλάτερ, το οφείλει στη φίνα φαντασία ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη (Θανάσης Σαράντος), στους δεξιοτεχνικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), στον οίστρο της μουσικής (Νίκος Πατρελάκης) και σε δύο παιγνιώδεις ηθοποιούς σε δέκα ρόλους (Βασαρδάνης, Πανουργιά). Μαζί δημιούργησαν ένα μικρό σεληνιακό σύμπαν, ελλειπτικό, λοξό, με γκρι - πράσινες ομίχλες, σφυρίχτρες, περούκες, κεριά, σιωπές, αλυχτίσματα λύκων. Ισως κατάφερναν να μεταδώσουν και τον εφιάλτη ενός κόσμου χωρίς ίχνος ανθρώπινης ψυχής, όπως θα ήθελε ο συγγραφέας, εάν τους έδινε ένα καλύτερο κείμενο.

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, σκηνικά: Λίνα Μότσιου, κοστούμια: Δέσποινα Μακαρούνη.



http://www.syn-epi.com/index.php/plays/details/2/1