«Ὄνειρο στὸ κῦμα»


Ο Παπαδιαμάντης στο Φεστιβάλ Αθηνών




«Ὄνειρο στὸ κῦμα»


Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2011



ΘΕΑΤΡΟ ΣΕ Α΄ΕΝΙΚΟ



Θεατρικοί Μονόλογοι

Σκηνοθεσία – Ερμηνεία: Θανάσης Σαράντος
Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη
Μουσική - σχεδιασμός ήχων: Λάμπρος Πηγούνης
Kινηματογραφικές προβολές: Θανάσης Σαράντος
Μαρία Παπαθανασίου: φλογέρα

Εμφανίζονται στο βίντεο:
Μοσχούλα: Kαλλιόπη Σίμου
 Βοσκόπουλο: Μιχάλης Θεοφάνους

Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Επιμέλεια κίνησης: Kαλλιόπη Σίμου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάρκος Τσούμας

 Επεξεργασία εικόνας: Arctic pictures
  

           Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο Θανάσης Σαράντος καταπιάνεται με το Όνειρο στο κύμα, ένα από τα κορυφαία έργα του συγγραφέα και το πρώτο διήγημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο οποίο υπάρχει περιγραφή γυμνού.
            Η ιστορία της γνωριμίας του νεαρού βοσκού με τη Μοσχούλα μιλάει για τη νεανική ξεγνοιασιά, τη βουκολική απλότητα και την ευτυχία μες στη φύση, αποκαλύπτοντας παράλληλα έναν τραυματικό και ανολοκλήρωτο έρωτα, σε μια παράσταση όπου η δραματοποιημένη αφήγηση σμίγει με την κινηματογραφική εικόνα, για να μεταφέρει στο κοινό την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του παπαδιαμαντικού έργου.

 Με την υποστήριξη του Μουσείου “Σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη” και του 
Δήμου Σκιάθου).












Όνειρο στο κύμα του εξπρεσιονισμού

«Ὄνειρο στὸ κῦμα» Φεστιβάλ Αθηνών - Πειραιώς 260
Από την πληθώρα των νεανικών ελληνικών προτάσεων του φετινού Φεστιβάλ, θα ξεχωρίσω δύο απόπειρες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ως προς το ύφος και το περιεχόμενο, κυρίως γιατί πιστοποιούν η καθεμιά για λογαριασμό της τη διαρκή πίστωση του θεάτρου μας με ετερόκλητα σκηνικά ρεύματα. 

Στιγμιότυπο από την παράσταση «όνειρο στο κύμα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  
Στιγμιότυπο από την παράσταση «όνειρο στο κύμα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  

Η πρώτη πρόταση αφορά την εξέταση της λογοτεχνικής μας παράδοσης, με μια ευρηματική και δυναμική επιστροφή στον Παπαδιαμάντη και στο ερωτικό του διήγημα «Ονειρο στο κύμα», σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Θανάση Σαράντου. Η δεύτερη είναι μια συλλογική και πολιτική απόπειρα μετατροπής του θεατρικού γεγονότος σε ανοικτή επικοινωνία με τα κοινωνικά καθέκαστα.


Το εγχείρημα του Σαράντου ανήκει βέβαια στην παπαδιαμαντολογία που έχει ενσκήψει στο θέατρό μας τα τελευταία χρόνια και που τώρα, ενισχυμένη από τον επετειακό στέφανο στον άγιο των γραμμάτων μας, πλουτίζει τις σκηνές μας. Χωρίς αμφιβολία η αγαστή μεταφορά του Παπαδιαμάντη στο θέατρό μας είναι απόκτημα της μεταπολιτευτικής μας ενδοσκόπησης και περιδιάβασης στους τόπους της σκηνικής ιθαγένειας. Εκεί, ο ποιητής της ηθογραφίας αποκαλύπτεται σε μεταλλωρύχο των γνησιότερων ορυκτών της ελληνικής φυλής. Κάτι εξαιτίας αυτής της βαθιάς επικοινωνίας του με κάτι το γνήσιο, το αληθινό αλλά και διαχρονικό, κάτι που η ίδια η γλώσσα του -με όλες τις διακυμάνσεις της- αντηχεί ιδανικά στους θεατρικούς χώρους, ο Παπαδιαμάντης έχει πια μεταβληθεί σε σταθερό αρωγό του καλλιτεχνικού μας ρεπερτορίου. 


Ευρηματικά σκηνικά 
Επόμενο είναι στον απόηχο από τα παπαδιαμαντικά σήμαντρα να αναφανούν και ορισμένες περισσότερο αξιόλογες προτάσεις. Η παράσταση του «Ονείρου στο κύμα» μας ενδιαφέρει, όχι μόνο γιατί έγινε από αληθινή αγάπη προς τον Σκιαθίτη ποιητή, αλλά και γιατί προσπαθεί να ανοίξει τον κατεστημένο τρόπο ασκητικής παρουσίασής του με περισσότερο ευρηματικά σκηνικά μέσα.

Για το ίδιο το διήγημα και την αξία του ουδείς βέβαια λόγος. Είναι χιλιακουσμένο κι όμως προκαλεί ακόμα, τη χιλιοστή πρώτη φορά που ακούγεται επί σκηνής, την πρώτη του θαυμαστή εντύπωση. Την αίσθηση της υγρασίας ενός ονείρου που επεμβαίνει στο σκοτεινό και σκονισμένο δωμάτιο της βιοπάλης. Την εικόνα μιας χαραμάδας ελεύθερης σκέψης στο βασίλειο του συμβιβασμού. Την επιθυμία μιας ανάτασης, πρόσκαιρης έστω, ενάντια στην καταδίκη μιας στερημένης ζωής.

Ο ερωτισμός του διηγήματος περπατά πέρα από τη σαρκική ηδονή, στο επίπεδο της αληθινής ψυχικής πλήρωσης, που, αν και ετεροχρονισμένη, παραμένει ισχυρότερη από όλα τα ψυχαναλυτικά εργαλεία με τα οποία διαβάζουμε τελευταία τον Παπαδιαμάντη.

Αυτά τα στοιχεία πιστεύω ότι στηρίζουν την απόδοση του Σαράντου. Μονόλογος, βέβαια, γεμάτος από την παρήχηση του έρωτα, από το υγρό του στοιχείο και την πανίσχυρη αθωότητά του. Ετσι, η αφήγηση του κοινού, κοινότατου δικηγορίσκου αποκαλύπτει στο φόντο μια ιστορία μεγαλύτερη από το μπόι και από το παρόν του.

Σαν μυστικό, το όνειρο στο κύμα γίνεται, αντί για πηγή ενοχής, ενθύμηση ελευθερίας και διέξοδος προς μια άλλη ζωή, χαμένη πια και μακρινή, ζωντανή όμως στα όνειρά μας.

Μέσα στη λιμνοθάλασσα που πλημμυρίζει το ταπεινό του γραφειάκι (σκηνικά και κοστούμια της Εύας Μανιδάκη), ο Σαράντος πλέκει την ιστορία του μικρού βοσκού που έζησε σε μια νύχτα την ερωτική αποθέωση. Εντονος και σύνθετος φωτισμός (από τον Σάκη Μπιρμπίλη), εμβάπτιση στο υγρό στοιχείο, βίντεο και μουσική κλιμάκωση (από τον Λάμπρο Πηγούνη) που ακολουθούν το κείμενο. 


Αστικός συμβιβασμός 
Κάποιος θα απαιτούσε μια περισσότερο λιτή απόδοση του Παπαδιαμάντη, ωστόσο ακριβώς αυτό είναι το κλειδί της παράστασης: ο σεμνός και ταπεινός δικηγόρος-συγγραφέας κρύβει -αποκρύπτει- έναν βυθό από επιθυμίες, αισθήσεις, ορμές.

Οπως και να 'χει, μια τέτοια «εξπρεσιονιστική» οπτική μάς κάνει καλό, έπειτα από τόσες δεσμίδες ηθογραφικής, νεο-ηθογραφικής, μετα-ηθογραφικής δραματοποίησης του Παπαδιαμάντη.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σαράντος δίνει μια ερμηνεία γεμάτη από τον βουβό νόστο του αστικού συμβιβασμού.


Ημερησία – 13/7/2011

Ο «κρυφός» ερωτισμός τουΑλ. Παπαδιαμάντη



του Γιώργου Βαϊλάκη

«Με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων φέτος από το θάνατο του σπουδαίου Ελληνα πεζογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η ομάδα «Ηθικόν Ακμαιότατον» με επικεφαλής το σκηνοθέτη και ηθοποιό Θανάση Σαράντο, καταπιάνεται με ένα από τα σημαντικότερα διηγήματα του συγγραφέα, από τις 18 έως τις 20 Ιουλίου, στην Πειραιώς 260 (Χώρος Ε').
Και αυτό δεν είναι άλλο από το συναρπαστικό «Όνειρο στο κύμα», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1900 στο περιοδικό «Παναθήναια». Ένα διήγημα στο οποίο περιγράφεται το γυμνό για πρώτη φορά στη νεοελληνική λογοτεχνία, μέσω της αφήγησης ενός άντρα που θυμάται τον πρώτο του έρωτα τον οποίο ένιωσε ως έφηβος βοσκός.
Ο ώριμος αφηγητής, που έχει αλλοιωθεί από τις συμβάσεις της «πολιτισμένης» κοινωνίας, θυμάται με νοσταλγία την εποχή της νιότης του, όταν -αν και αγράμματος και φτωχός- ζούσε ευτυχής και πλήρης μέσα στη φύση.
Αποκάλυψη
            Παράλληλα, η φρεσκάδα της νιότης του αντιπαρατίθεται με το βάρος της ενήλικης ζωής, ενώ ο ανολοκλήρωτος έρωτας για την όμορφη Μοσχούλα αποκαλύπτει διαστάσεις του  απωθημένου, τραυματικού και ανολοκλήρωτου ερωτισμού του ίδιου του Παπαδιαμάντη. Στην παράσταση, ο Θανάσης Σαράντος κρατάει το ρόλο του αφηγητή-δικηγόρου και κρυφοκοιτάζει τη δράση ανάμεσα στα δύο βασικά πρόσωπα, το νεαρό βοσκό (Μιχάλης Θεοφάνους) και τη λουόμενη Μοσχούλα (Kαλλιόπη Σίμου), πρόσωπα που εμφανίζονται διά μέσου των κινηματογραφικών προβολών.
Πρόκειται για ένα μονόλογο ο οποίος συνοδεύεται από τη μουσική και τους ήχους του συνθέτη Λάμπρου Πηγούνη: αφηγηματικά ηχοτοπία της ελληνικής φύσης και μουσική με κυρίαρχο όργανο τη φλογέρα που ταιριάζουν με τη δύναμη και τον πλούτο της γλώσσας του πιο ονειρικού διηγήματος του Παπαδιαμάντη.
Η ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων δανείζεται στοιχεία από τη δομή και τη τονική πρόοδο της βυζαντινής μουσικής.
Σκηνικό
            Το σκηνικό από την Εύα Μανιδάκη (ένα γραφείο-σχεδία που περικλείεται από νερό) και οι κινηματογραφικές προβολές του Θανάση Σαράντου μας βυθίζουν στα συναισθήματα του δικηγόρου που νοσταλγεί το ανέμελο παρελθόν του ως νεαρό βοσκόπουλο.
Ο σκηνικός χώρος μετασχηματίζεται κατά τη διάρκεια της παράστασης στη θάλασσα και στον γκρεμό της ονειρικής συνάντησης των δύο νέων, μαζί με τα συναισθήματα του νεαρού βοσκού.»


Ελευθεροτυπία – 16/7/2011

«Μια λέξη, χίλιες εικόνες»
της Έλενας Γαλανοπούλου

«Με το «Όνειρο στο κύμα», το σπουδαίο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  (σκηνοθεσία και ερμηνεία Θανάση Σαράντου), κλείνει η ενότητα των θεατρικών μονολόγων του Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260).
Μπορεί φέτος να συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατο του «αγίου των ελληνικών γραμμάτων», αλλά η ευχή με την οποία ξεκινά και καταλήγει το διήγημα «Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!» μοιάζει να βρίσκεται στη σκέψη και στα χείλη των περισσότερων από εμάς.
Τώρα περισσότερο από ποτέ ταυτιζόμαστε με τον μεσήλικα δικηγόρο που, απογοητευμένος και «αλλοιωμένος» από την «πολιτισμένη» ζωή του άστεως, νοσταλγεί την εποχή της νιότης του, όταν αγράμματος και φτωχός ζούσε ευτυχής μέσα στη φύση.
Σήμερα που οι νεοπλουτίστικες συμπεριφορές και οι λαϊφστάιλ επιταγές ξεφουσκώνουν, η αναπόληση όχι μόνο της νεότητας και της ομορφιάς της φύσης, αλλά η επιστροφή στο απλό και ουσιώδες μοιάζουν πια με συλλογική επιτακτική ανάγκη.

Δημοφιλής μέχρι σήμερα
Ίσως γι' αυτό ο Παπαδιαμάντης να είναι σήμερα τόσο αγαπητός. Πράγμα που φαίνεται από την ανταπόκριση όλων των ηλικιών στις διάφορες εκδηλώσεις με αφορμή τη φετινή επέτειο.
Το ίδιο πιστεύει και ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος, που θαυμάζει απεριόριστα τον Σκιαθίτη συγγραφέα: «Νιώθω πως αυτός ο καθαρός λόγος με εξαγνίζει από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Καθαρίζουν τα αυτιά μας. Έχουμε ανάγκη να ακούσουμε κάτι γνήσιο κι αυθεντικό».
Αυτή είναι η δεύτερη φορά που ανεβάζει Παπαδιαμάντη. Ο «Αμερικανός» του, ξεκινώντας από το θέατρο Άλεκτον, συμπλήρωσε ήδη τρεις σεζόν και θα συνεχίσει να παρουσιάζεται.
«Είναι τόσο ουσιαστικός και πλούσιος σε εικόνες και σε συναίσθημα αυτός ο λόγος που... δεν θέλει κάτι άλλο ένας ηθοποιός», μας εξηγεί. Γι' αυτό και δεν πείραξε ούτε λέξη από το διήγημα. «Ο Παπαδιαμάντης δεν χρειάζεται κόψιμο. Αντίθετα, εγώ χρειάστηκε να κόψω δικά μου πράγματα», εξηγεί, αναφερόμενος στα υποστηρικτικά μέσα της ερμηνείας του, δηλαδή την πρωτότυπη ηλεκτροακουστική μουσική του Λάμπρου Πηγούνη και το βίντεο που έχει ετοιμάσει ο ίδιος.
Από ένα γραφείο-σχεδία (σκηνικά Εύας Μανιδάκη) και ανάμεσα σε πολύ νερό θα  ενσαρκώσει μόνος του επί σκηνής τον ώριμο αφηγητή-δικηγόρο. «Το σημαντικό είναι να ακούγεται όσο πιο καθαρός ο λόγος του Παπαδιαμάντη», επισημαίνει εξηγώντας: «Είναι από μόνος του και σκηνογράφος και μουσικός. Εγώ έρχομαι απλώς να γίνω αγωγός του λόγου του».
Ο νεαρός βοσκός και η λουόμενη Μοσχούλα εμφανίζονται μέσω κινηματογραφικών προβολών. Το ηχητικό περιβάλλον της παράστασης συμπληρώνουν αφηγηματικά ηχοτοπία της ελληνικής φύσης, αλλά και μουσική με κυρίαρχο όργανο τη φλογέρα, που «πατά» πάνω στη δομή και την τονική της βυζαντινής μουσικής.
Μαζί με όλα τα άλλα σπάνια χαρακτηριστικά της, η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι και κινηματογραφική. «Ένας επιπλέον λόγος για ν' ασχοληθώ με το διήγημα αυτό», μας λέει ο Σαράντος. «Στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού, στην αρχή δηλαδή του κινηματογράφου, ο Παπαδιαμάντης έφτιαχνε εικόνες καθαρά κινηματογραφικές. Αυτό που λέμε "μια εικόνα, χίλιες λέξεις" στην περίπτωσή του είναι "μια λέξη, χίλιες εικόνες". Για παράδειγμα, όταν λέει "ήτο ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα", πώς θα μπορούσε να αποδοθεί αυτό το σύνθετο επίθετο με μια εικόνα;»
«Οικονομικοί» μονόλογοι
Φέτος που όχι μόνο οι θίασοι του ελεύθερου θεάτρου, αλλά και το επίσημο Φεστιβάλ Αθηνών υποστήριξε την επιλογή των θεατρικών μονολόγων ως «οικονομική λύση», αναρωτιόμαστε εάν υπάρχουν και καλλιτεχνικοί λόγοι πίσω από αυτή την επιλογή. Σύμφωνα με τον Θανάση Σαράντο, η απάντηση είναι ξεκάθαρα «ναι». «Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς ένας ηθοποιός που είναι μόνος του στη σκηνή θα βρει τρόπο να είναι "μαζί" με το κοινό. Για μένα δεν υπάρχει τέταρτος τοίχος στο θέατρο. Θεωρώ το κοινό συμπαίκτη μου. Κι όσο πιο καθαρός και αληθινός είμαι τόσο περισσότερους συμπαίκτες κερδίζω!»
Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης, κρατά πολύτιμη μέσα του τη συνεργασία με τον Ρόμπερτ Γουίλσον το 2000 στο Γουότερμιλ και αργότερα στην Αθήνα στο ΜΜΑ.   
«Έμαθα πολλά για τη σημασία του φωτός, τη δύναμη της εικόνας. Αλλά με βοήθησε, επίσης, να καταλάβω πως όσο πιο απλός είσαι τόσο πιο δυνατός γίνεσαι. Επίσης, ότι οφείλεις συνεχώς να φτάνεις στα συναισθηματικά σου όρια, μιας και η τέχνη μοιάζει με πρωταθλητισμό. Θέλει διαρκή εξάσκηση και ενασχόληση».
Με την ομάδα του «Ηθικόν ακμαιότατον» διασκεύασε και σκηνοθέτησε τον «Καλιγούλα» του Αλμπέρ Καμί (1999), τον «Μικρό πρίγκιπα» του Αντουάν ντε Σεντ- Εξιπερί, συμμετείχε στο «Ενας αριθμός» της Κάριλ Τσέρτσιλ στο θέατρο «Εμπρός», ενώ σκηνοθέτησε και δύο έργα του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ «Ο Ασχημος» (Εθνικό, 2008) και «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» (Από μηχανής).
Έκτοτε τον ενδιαφέρουν κυρίως τα ελληνικά έργα. «Πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου», μας λέει. Γι' αυτό και βλέπει την παράσταση αυτή του «Ονείρου στο κύμα» ως ένα δώρο στους Ελληνες. «Ας έχουμε και κάτι να υπερηφανευόμαστε. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να απολαύσουμε αυτή τη γλώσσα. Οσες φορές κι αν προσπάθησαν να μεταφράσουν τον Παπαδιαμάντη απέτυχαν».
Γι' αυτό και θεωρεί πως το θέατρο μόνο κερδισμένο βγαίνει από την περιβόητη κρίση. «Θα καθαρίσει η ήρα από το στάρι. Ο κόσμος δεν θέλει άλλο ψέμα. Ζητά από το θέατρο την αναψυχή, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου.
Το λέει και το διήγημα: "Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή". Αυτό θα έπρεπε να είναι το θέατρο!»».




in2life.gr – 18/7/2011  και ΣΚΑΙ ραδιόφωνο 20/7/2011

Θανάσης Σαράντος: "Ο Παπαδιαμάντης στο θέατρο είναι ένα στοίχημα"
της Μάνιας Ζούση 

Το «Όνειρο στο κύμα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη εμπεριέχει την πρώτη περιγραφή γυναικείου γυμνού που γίνεται στα νεοελληνικά γραπτά: «…Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα. Ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…»
            «Πρόκειται για ένα από τα πιο βιωματικά έργα του Παπαδιαμάντη όπου, μέσα από την αφήγηση, οι πλούσιες εικόνες και οι ήχοι περιγράφουν την σκιαθίτικη φύση και κατά προέκταση την ίδια την Ελλάδα. Σε αυτό το διήγημα ο Παπαδιαμάντης αναγάγει την ελληνική φύση –κατά κάποιο τρόπο– στα όρια του θείου», υποστηρίζει στο in2life ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος.
«Είναι ένα στοίχημα ο τρόπος που μπορεί να μεταφερθεί στο θέατρο ο Παπαδιαμάντης. Ελπίζω με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από τον «Αμερικάνο», η παράσταση να ακουμπήσει στις ψυχές του κόσμου. Έχουμε αντιμετωπίσει το έργο με μια απλότητα, άλλωστε ο Παπαδιαμάντης δεν χρειάζεται σκηνοθεσία, καθώς με έναν τρόπο είναι καλύτερος σκηνοθέτης, σκηνογράφος, και φωτογράφος.
            "Αυτό που χρειάζεται είναι να μιλήσεις τον λόγο του, αυτό ήταν και το στοίχημα. Στο διήγημα γίνεται η πρώτη περιγραφή γυναικείου γυμνού στα νεοελληνικά γραπτά. Ήταν το 1900 όταν ο Παπαδιαμάντης βρισκόταν στην Αθήνα και ένοιωθε κατά κάποιο τρόπο «περιορισμένος», όπως ο κεντρικός ήρωας, ένας δικηγόρος που παρότι έμαθε γράμματα και μορφώθηκε, αναπολεί έντονα το παρελθόν του, και την εποχή που ήταν φτωχό βοσκόπουλο επιστρέφοντας μέσα από τις μνήμες σε αυτό το παρελθόν. Και θυμάται τη γνωριμία του με την Μοσχούλα, μια κοπέλα από την οποία ο Παπαδιαμάντης εμπνέεται μια μεγαλειώδη περιγραφή του γυναικείου γυμνού σώματος.
            "Και εγώ προσπαθώ να «πω» όλο αυτό το συναισθηματικό του ταξίδι και την ιστορία του. Στον σκηνικό χώρο υπάρχει ένα γραφείο – σχεδία που περικλείεται από νερό και το οποίο έχει φιλοτεχνήσει η Εύα Μανιδάκη και καταδεικνύει αυτό που λέει και το διήγημα: «Όνειρο στο κύμα», το όνειρο του συγγραφέα που αναπολεί το παρελθόν του. Το διήγημα από μόνο του είναι μουσική, η ποίηση και ο λυρισμός του δεν χρειάζονται να τονιστούν, παρ' όλα αυτά σε κάποια σημεία ακούγονται κάποια «ηχοτοπία» της ελληνικής φύσης και κάποια μουσικά κομμάτια που έχουν επηρεαστεί από την βυζαντινή υμνογραφία.
            "Βρίσκω καταφύγιο στον Παπαδιαμάντη, καθώς σήμερα υπάρχει ανάγκη για γνησιότητα και αλήθεια. Μέσα από την μοναξιά του ο ίδιος είχε την σοφία να αγαπήσει. Δεν φοβάται και δεν δειλιάζει να πει την άποψή του, ακόμα και για τα πολιτικά της εποχής του, όπως π.χ. για τους «αγροφύλακας» που τους έβαλαν να φυλάνε τα χωράφια και αυτοί έκλεβαν «τας καλυτέρας οπώρας…». Όλα αυτά περνάνε υποσυνείδητα σαν ένα υπόγειο ρεύμα, χωρίς τονισμούς και διδακτισμό και μέσα από μια γλώσσα που περικλείει τα πάντα. Είναι ένα μικρό αριστούργημα αυτό το διήγημα».




ΤΑ ΝΕΑ – 20/7/2011

«Έκρηξη» Παπαδιαμάντη
Της Δάφνης Κοντοδήμα

…Ο Θανάσης Σαράντος φέρνει απόψε στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, τον ανολοκλήρωτο έρωτα του βοσκόπουλου για την όμορφη Μοσχούλα, όπως παρουσιάζεται στο «Όνειρο στο κύμα».
«Με αφορμή και τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, θα του ανάψουμε φέτος ένα κεράκι. Ήρθε η στιγμή να σκύψουμε πάνω από τα αγαθά του ελληνικού πολιτισμού», λέει χαρακτηριστικά στα «ΝΕΑ» ο σκηνοθέτης και ερμηνευτής του μονολόγου.
Σε ένα σκηνικό μέσα στο νερό, εμφανίζεται ο δικηγόρος - πρώην βοσκός. Πίσω του, σε προβολές βίντεο, μια νύχτα με φεγγάρι όπου η γυμνή Μοσχούλα βουτά στο πέλαγος. Υπό τους ήχους της φλογέρας, ο αφηγητής Θανάσης Σαράντος θυμάται με νοσταλγία την εποχή της νιότης, όταν αν και φτωχός, ζούσε ευτυχισμένος...

«Τί είπε ο Κινέζος»

Μετά την πρεμιέρα της παράστασης «Όνειρο στο κύμα» στο Φεστιβάλ Αθηνών, ένας εκ των θεατών, ο Γιαν από την Κίνα, πλησίασε τον Θανάση Σαράντο. Φοιτητής Ελληνικής Φιλολογίας ο ίδιος, δήλωσε θαυμαστής του Παπαδιαμάντη και του ελληνικού πολιτισμού. «Δεν χρειάζεται να αντιγράφουμε τους άλλους πολιτισμούς ή τις άλλες γλώσσες. Δυστυχώς, εμείς οι Ελληνες ξεχνάμε τις υπέροχες περισπωμένες, τις οξείες. Και μένουμε στα greeklish. Ελπίζω να δώσουμε μέσα από το θέατρο αφορμές στους νεώτερους να διαβάσουν κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» σχολιάζει ο σκηνοθέτης και ηθοποιός.

«Έρωτες και πλόες ενός κοσμοκαλόγερου»

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 100 χρόνια μετά τον θάνατό του, αποτελεί πηγή έμπνευσης για το ελληνικό θέατρο και τη μουσική, δίνοντας αφορμή σε δεκάδες καλλιτέχνες να στήσουν στο όνομά του παραστάσεις, δρώμενα και συναυλίες ανά την Ελλάδα .
Ο έρωτας του βοσκόπουλου στο «Όνειρο στο κύμα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που ανεβαίνει στο Φεστιβάλ Αθηνών, έχει πολλά να πει στον σύγχρονο αναγνώστη ή θεατή. «Όπως, ας αναζητήσουμε τη χαμένη αθωότητα, ας καταλάβουμε επιτέλους ότι το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στην επιτυχία και στο χρήμα. Αλλά στην ουσία των πραγμάτων. Και ας ζήσουμε τον έρωτα» λέει ο Θανάσης Σαράντος.
Δεν είναι εύκολο να μεταφέρεις Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στη θεατρική σκηνή. «Μπορεί να συνάντησα δυσκολίες αλλά το έργο του έχει έντονη θεατρική γλώσσα και ο ίδιος εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση των ηρώων του. Τα κείμενά του είναι τόσο κοντά στη θεατρική σκηνή» λέει ο Θανάσης Σαράντος, που καταπιάνεται με τον έλληνα λογοτέχνη για δεύτερη φορά. Τον χειμώνα παρουσίασε τον «Αμερικάνο» στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης - η παράσταση θα ανέβει και στο Φεστιβάλ Φιλίππων - Θάσου (27/7).
«Θέλησα να ακουστεί η ιδιαίτερη γλώσσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το κράμα αυτό της δημοτικής, της καθαρεύουσας με σκιαθίτικους ιδιωματισμούς. Ο θεατής, ακόμη και αν δυσκολεύεται να καταλάβει το νόημα κάθε λέξης, δημιουργεί εικόνες στο μυαλό» λέει.


cat is art - 5/8/2011

Μονόλογος στο κύμα… του Παπαδιαμάντη


Πιθανόν να είναι η πρώτη περιγραφή γυναικείου γυμνού στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, o συγγραφέας που έχει συνδεθεί με τις χριστιανικές αξίες, γυμνώνει τη Μοσχούλα. Εκατό χρόνια από το θάνατό του, χάρη στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Θανάση Σαράντο, το «Όνειρο στο Κύμα», το αριστούργημα του Σκιαθίτη συγγραφέα, παρουσιάστηκε ως μονόλογος επί σκηνής στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260, Κτίριο Ε).
Ο Παπαδιαμάντης ταιριάζει τον πλούτο και την ακριβολογία της καθαρεύουσας με τη ζωντάνια και τη γλαφυρότητα της τοπικής διαλέκτου.
Αν και μυθιστορία, το διήγημα αντλεί πολλά στοιχεία από τη ζωή του συγγραφέα. Ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί εν μέρει και αυτοβιογραφικό.
Στην εξαιρετική παράσταση, οι κινηματογραφικές προβολές έρχονται να ενισχύσουν, δίχως να είναι περιγραφικές, τα γραφόμενα. Η μουσική του εξαίρετου νέου συνθέτη Λάμπρου Πηγούνη με τον ήχο της φλογέρας, τη βυζαντινή υμνολογία και τους ψιθύρους της φύσης δημιουργεί ηχοτοπία που μας μεταφέρουν στο νησιωτικό τοπίο της παιδικής ηλικίας του ήρωα.


Στο σκηνικό ένα γραφείο, ίδιο πλεούμενη σχεδία, εν μέσω μαύρου νερού, το οποίο συμβολίζει το υποσυνείδητο, το σκοτεινό κόσμο των ονείρων.
Στον ερωτικό και αισθησιακό λόγο του Παπαδιαμάντη διακρίνεται σχεδόν ταυτόσημη η λατρεία για τη γυναίκα και για τη φύση της αγαπημένης του γενέτειρας.
Το διήγημα στηρίζεται σε μια σειρά από αντιθέσεις. Από τη μία η εφηβεία, η ελευθερία, η ανεμελιά, η αγραμματοσύνη κι από την άλλη πλευρά η δυστυχία, η αφιλόξενη πόλη, η άχαρη εργασία στο γραφείο, η ωριμότητα.
Ο αφηγητής, ένας μισθωτός δικηγόρος χωρίς μέλλον, για να ξεφύγει από το καταπιεστικό περιβάλλον του γραφείου, κάνει μια αναδρομή στα εφηβικά του χρόνια. Αναπολεί την κοπέλα που αποτέλεσε τον πρώτο του, ενδεχομένως και τον τελευταίο, έρωτα. Έναν έρωτα ανέφικτο. Νοσταλγεί τα χρόνια που ήταν ένα ωραίο, αγράμματο και φτωχό βοσκόπουλο.
Ο βοσκός και ο δικηγόρος. Το τότε και το τώρα. Το όνειρο και η πεζή πραγματικότητα. Οι σπουδές και η πρωτεύουσα δεν τον οδήγησαν στην επιτυχία και την ευτυχία, όπως πίστευε κάποτε. Έχασε την ευτυχία γιατί «έμαθε γράμματα». Τώρα κατάλαβε την ευτυχία που βίωνε μέσα στην απλότητα της ιδιαίτερης πατρίδας του. Τώρα που με θλίψη τη συγκρίνει με το μίζερο παρόν.
«Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής…», εκμυστηρεύεται. Γιατί τότε ήταν αθώος και κυρίαρχος. Αν και βοσκός, τα είχε όλα.
Η ομωνυμία της κατσίκας και της κοπέλας, που υπήρξε το αντικείμενο του πόθου του, αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τον τρυφερό έρωτα του εφήβου και συνδέει τις δύο αγαπημένες του.
Περιγράφει με εξιδανίκευση και λυρικότητα την κοπέλα. Γι’ αυτόν είναι «ναυς μαγική», «ναυς των ονείρων». Τη βλέπει να κολυμπά στη θάλασσα κάτω από το φεγγαρόφωτο και μέσα του παλεύει η αγάπη με την υπόληψη, ο έρωτας με το χρέος. Στη σκηνή του μπάνιου το βοσκόπουλο έκθαμβο παρακολουθεί τη γυμνή Μοσχούλα και παραλείπει το σημαντικό του καθήκον που είναι η φύλαξη του κοπαδιού.
Ο Θανάσης Σαράντος είναι η δεύτερη φορά που ασχολείται με έργο του Παπαδιαμάντη. Έχει παρουσιάσει επίσης τον «Αμερικάνο», σε μια παράσταση αδιαφιλονίκητα ωραία και ουσιαστική, αποδίδοντας το κείμενο με ένα πιάνο, μια βαλίτσα κι ένα παλτό. Απλά και εξαιρετικά.
Το «Όνειρο στο Κύμα» το σκηνοθέτησε με κινηματογραφική ενάργεια, ρυθμό και υπέροχη αγωνία. Με ένα γραφείο και συμβολικά μαύρο νερό. Ο Θανάσης Σαράντος είναι εμφανές ότι αγαπά και ερευνά τον Παπαδιαμάντη.  Περιμένουμε την τρίτη επιλογή του, εφόσον, όπως και ο ίδιος δηλώνει, "ο Παπαδιαμάντης είναι ένας εξαιρετικά επίκαιρος συγγραφέας". Τα ζητήματα που απασχολούν το έργο του Παπαδιαμάντη είναι τα ίδια με αυτά που μας προβληματίζουν και σήμερα.


Παρακάτω, διαβάστε το μικρό αριστούργημα:




Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.
Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.
Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.
Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου...
Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά  πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.
Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.
*
* *
Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.
Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.
Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ' έλεγεν: “Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”
Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.
Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.
Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι' εμέ.
Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.
Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.
Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το  κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.
Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.
Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.
*
* *
Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.
Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.
Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη  μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;
Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
Εφώναζα ως τρελός:
— Μοσχούλα!... πού ειν' η Μοσχούλα;
Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:
— Τί έχεις και φωνάζεις;
Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:
— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!... Με σένα δεν έχω να κάμω.
Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη.
Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν.
Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:
— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!... Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!...
Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή... Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι' αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.
*
* *
Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.
Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.
Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.
Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.
Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ' ένα  σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.
Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.
Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.
— Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ' ελούετο...
*
* *
Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.
Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η  θρούν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.
Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!
Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τρομάζης!... φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!”
Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα.
“Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη... θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!...”
Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν!
Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων.
Θ' άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου.
Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.
Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...
Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου.
Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.
*
* *
Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να  εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!...”
Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα... Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!...
Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον... Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!...
Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη  να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!
Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη... Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.
Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην “εσχοινιάσθη”, μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;
*
* *
Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.
Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς...— είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου...
Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' έκραξα:
— Μη φοβάσαι!... δεν είναι τίποτε... δεν σου θέλω κακόν!
Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω... Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.
Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της.
Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.
Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος.
Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!... Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της...
Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.
Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!... Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα... Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.
Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!
Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ  δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...
*
* *
Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.
Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.
Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!
Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.
Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι...”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε  διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!...
Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει.
Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..."
(Διά την αντιγραφήν)






http://www.greekfestival.gr/gr/event109-thanasis-sarantos---oneiro-sto-kyma.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου